10291730-n 'a single individual';
Greek πρόσωπο , άτομο
English man jack
Finnish henkilö
Thai ໍชายโสด
Definitions
Japanese
一人の人 ―
Greek
ο κάθε άνθρωπος χωριστά και κατ΄αντιδιαστολή προς τους άλλους και προς το σύνολο των ανθρώπων, ο ιδιώτης κατ' αντιδιαστολή προς την ομάδα, το κοινωνικό σύνολο
English
a single individual ― every man jack
Relations
Hypernym: person
Semantic Field: personn
External Links

SUMO: ⊂ Human

TempoWN: (Past: 0.000; Present: 0.372; Future: 0.001)

SentiWN: (+0.00 -0.00) MLSentiCon: (+0.12 -0.00)


Langs:

(0.07681 seconds)
More detail about the Open Multilingual Wordnet (1.2)
This project is now integrated in the Extended Open Multilingual Wordnet (1.2)
Maintainer: Francis Bond <bond@ieee.org>