05521636-n 'external parts of the female genitalia';
Catalan vulva
Greek αιδοίο
English vulva ()
Basque natura , bulba , alu
Finnish ulkosynnyttimet , häpy
French vulve , Vulve
Galician vulva
Croatian vulva , stidnica
Italian vulva
Japanese 外陰
Dutch vulva , schaamspleet
Polish srom , narządy płciowe żeńskie zewnętrzne
Portuguese cona , vulva , Vulva
Romanian vulvă
Slovak ohanbie , vonkajšie ženské ústroje
Slovene zunanje žensko spolovilo , vulva
Spanish vulva
Thai ปากช่องคลอด
Definitions
Japanese
女性性器の外側の部分
Romanian
organul genital extern al femeii
Greek
το εξωτερικό τμήμα των γεννητικών οργάνων της γυναίκας, το οποίο εμφανίζει ένα ζεύγος μεγάλων χειλέων, κάποιες δερματικές πτυχώσεις καλυμμένες από τρίχωμα, καθώς και ένα ζεύγος μικρών χειλέων. Στις γυναίκες που είναι παρθένες υπάρχει, μία μεμβρανώδης πτύχωση που αποκλείει μερικώς την είσοδο στο στόμιο του κόλπου. Στο ανώτερο τμήμα του αιδοίου βρίσκονται μία στυτική δομή, η κλειτορίδα
English
external parts of the female genitalia
Relations
Hypernym: female_genitalia
Meronym–Part: clitoris labia_majora labia_minora labial_vein labium mons pudendal_cleft urethra vestibule_of_the_vagina
Holonym–Part: female_reproductive_system
Semantic Field: bodyn
External Links

SUMO: ⊂ Organ

TempoWN: (Past: 0.000; Present: 0.001; Future: 0.000)

SentiWN: (+0.00 -0.00) MLSentiCon: (+0.00 -0.00)


Langs:

(0.07867 seconds)
More detail about the Open Multilingual Wordnet (1.2)
This project is now integrated in the Extended Open Multilingual Wordnet (1.2)
Maintainer: Francis Bond <bond@ieee.org>